
ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Όρος που δηλώνει μια πολιτική για συνεχή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που δεν συνεπάγεται την καταστροφή του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων αλλά, αντιθέτως, εγγυάται την ορθολογική βιωσιμότητά τους.
Η ιδέα της αειφόρου (βιώσιμης) ανάπτυξης είναι αρκετά παλιά. Εντοπίζεται στην ιστορία των Ιροκέζων φυλών της Βόρειας Αμερικής. Η ονομασία της φυλής των Ιροκέζων (Ιροκουά) δόθηκε σε μία φυλετική ομάδα ιθαγενών αμερικανών (Shoshone-Athapascan), μελών μιας συνομοσπονδίας (Ένωση των πέντε και αργότερα των έξι Εθνών). Οι αρχηγοί τους ήταν υποχρεωμένοι να φροντίζουν για τις ανάγκες των μελλοντικών γενεών.

Στην Ευρώπη η ιδέα της βιώσιμης ανάπτυξης αναπτύχθηκε αρχικά στην δασοπονία. Από τον 13ο αιώνα υπήρχαν κανονισμοί για την βιώσιμη χρήση της ξυλείας (Κανονισμός δασών της Νυρεμβέργης από το 1294).

O Carlowitz, ένας ευγενής από τη Σαξωνία στο βιβλίο του «Sylvicultura Oeconomica – οδηγία για τη φυσική καλιέργεια των άγριων δένδρων» (1713) έθεσε το ζήτημα της μη επαναδάσωσης των δασικών εκτάσεων που δραστηριοποιούνταν οι υλοτόμοι. Ο Carlowitz απαίτησε τη μελέτη του «παγκόσμιου βιβλίου της φύσης». Αξίωσε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ερευνά τους νόμους της φύσης συνεχώς, πάντοτε και εις το «διηνεκές». Ο Carlowitz στο βιβλίο του συνηγόρησε για μερικά μέτρα στην κατασκευή των σπιτιών όπως την βελτίωση στην μόνωση για τη ζέστη και το κρύο, συνηγόρησε για τη χρήση κλιβάνων τήξης και θερμαστρών που εξοικονομούν ενέργεια και για σχεδιασμό επαναδασώσεων με σπορά και καλιέργεια . Τελικά αξίωσε την υποκατάσταση της ξυλείας.

Hans Carl von Carlowitz, «Sylvicultura Oeconomica»(1713)
Βασιζόμενος στις ιδέες αυτές ο Georg Ludwig Hartig δημοσίευσε το 1795 την εργασία με τίτλο « Οδηγίες για την φορολόγηση και τον χαρακτηρισμό των δασών» την χρησιμοποίηση της ξυλείας όσο γίνεται αποτελεσματικότερα αλλά να εξεταστούν επίσης οι ανάγκες των μελλοντικών γενεών. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της βιώσιμης ανάπτυξης.
Georg Ludwig Hartig (1764 – 1837)
Οι σκοποί της ήσαν κυρίως οικονομικής και κοινωνικής φύσης. Η προστασία του περιβάλλοντος και της φύσης ήταν πέραν των βλέψεων των χρόνων εκείνων.
Το 1972 συγκαλείται, από τον Ο.Η.Ε., διεθνής διάσκεψη στη Στοκχόλμη με θέμα το ανθρώπινο περιβάλλον. Ως ημερομηνία της συνδιάσκεψης ορίζεται η 5η Ιουνίου, η οποία καθιερώνεται από τότε ως Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος. Καρπός της διεθνούς διάσκεψης της Στοκχόλμης θεωρείται η δημιουργία του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών- United Nations Enviroment for development-U.N.E.P). Το τελευταίο σε συνεργασία με την UNESCO αναπτύσσει το Διεθνές Πρόγραμμα για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Institute for European Enviromental Policy – I.E.E.P). Το ίδιο έτος, η Ομάδα της Ρώμης (Club of Rome) εξέδωσε την αναφορά «Τα Όρια της Μεγέθυνσης» (The Limits to Growth) για την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος του πλανήτη. Η αναφορά ενστερνιζόταν ότι η άσχημη κατάσταση των πεπερασμένων πόρων ήταν αποτέλεσμα της εκθετικής μεγέθυνσης του παγκόσμιου πληθυσμού, της εξάντλησης των φυσικών πόρων, και της περιβαλλοντικής ρύπανσης (Mikolajuk and Gar-On Yeh, 2000).
Η βιώσιμη ανάπτυξη στο πλαίσιο της προστασίας της φύσης και της βιόσφαριας της γής χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην δεκαετία του ’80. Η έννοια, λοιπόν, της βιώσιμης ανάπτυξης πρωτοεμφανίστηκε το 1980 στην πρώτη Παγκόσμια Στρατηγική για την Διατήρηση η οποία δημοσιεύτηκε από την Παγκόσμια Ένωση Διατήρησης (World Conservation Union) και η οποία αναγνώριζε ως στόχους τη διατήρηση των βασικών οικολογικών διαδικασιών, τη διαφύλαξη της γενετικής ποικιλότητας και βιώσιμη χρήση των πόρων (Adams, 1996). Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό, βιώσιμη ανάπτυξη είναι η διατήρηση των απαραίτητων οικολογικών διαδικασιών και συστημάτων υποστήριξης της ζωής, η διατήρηση της βιοποικιλότητας και η βιώσιμη εκμετάλλευση των ειδών και των οικοσυστημάτων (European Commission Secretariat General, 2004). Όπως είναι προφανές ο ορισμός αυτός έδινε έμφαση στην ανάγκη διατήρησης ενός κρίσιμου φυσικού κεφαλαίου και στην διατήρηση της βιοποικιλότητας. Συγκεκριμένα, το 1980 με τη συνεργασία τεσσάρων από τις σημαντικότερες διεθνείς οργανώσεις που ασχολούνται με τη διαχείριση της γης και των φυσικών πόρων, δηλ. της IUCN (Διεθνής Ένωση για την Προστασία της Φύσης-International Union for Conservation of Nature – I.U.C.N), FAO (Οργανισμός τροφίμων και γεωργίας-Food and Agriculture Organization of United Nations – F.A.O), UNEP (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών- United Nations Enviroment for development-U.N.E.P), WWF (Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση-World Wide Fund for Nature ή World Wildlife Fund – W.W.F) διαμορφώθηκε η διακήρυξη της Παγκόσμιας Στρατηγικής για την Προστασία και Διατήρηση (World Conservation Strategy) που δείχνει πως η προστασία και διατήρηση της φύσης και των ζώντων οργανισμών πρέπει να ενσωματωθεί σε μια πολιτική ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην έννοια της αειφορίας. Η σημασία και το κίνητρο ήταν ότι όταν χρησιμοποιείται ένα υπάρχον βιολογικό σύστημα να μην αλλάζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του.
Η έννοια της αρχής αυτής επεκτάθηκε στη συνέχεια με τη χρήση του όρου βιώσιμη ή αειφόρος ανάπτυξη “sustainable development”. Με την Έκθεση Brundtlandt το 1987 προστέθηκαν στις υπάρχουσες οικολογικές και κοινωνικές απόψεις και οι οικονομικές εκδοχές για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, ορίστηκε για πρώτη φορά το 1987 στη Παγκόσμια Επιτροπή για το περιβάλλον και την ανάπτυξη από την Gro Harlem Brundtland, η οποία ήταν τότε πρωθυπουργός της Νορβηγίας. Στην τελική έκθεση της επιτροπής με τίτλο «Το Κοινό μας Μέλλον» που ονομάστηκε επίσης και έκθεση Brundtland η βιώσιμη ανάπτυξη ορίστηκε ως: «η ανάπτυξη, η οποία καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες».
Gro Harlem Brundtland 1987
Το 1992, στο Ρίο ντε Τζανέϊρο, συνήλθε η σύνοδος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (UNED) κατά την οποία 170 έθνη υπέγραψαν την Αντζέντα 21 σαν ένα παγκόσμιο στόχο την «βιώσιμη ανάπτυξη».
Το 1996 η Γερμανική Επιτροπή Enquete για την «Προστασία του Ανθρώπου και του Περιβάλλοντος» της Γερμανικής Βουλής πρότεινε κανονισμούς για την επίτευξη του γενικού αυτού στόχου. Στην τελική της έκθεση «Αρχές Βιωσιμότητας από την Θεωρία στην Εφαρμογή» ορίστηκαν οι γενικοί κανόνες για το σκοπό αυτό.
Στο Άρθρο 2 της Συνθήκης του Άμστερνταμ (1997) γίνεται λόγος για «αρμονική ισόρροπο και αειφόρο ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων» (European Communities, 1999). Έτσι η βιώσιμη ανάπτυξη έπαψε να θεωρείται αποκλειστικά περιβαλλοντική έννοια και αναγνωρίστηκε πως πρέπει να υπάρξει στενή συσχέτιση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή και στην περιβαλλοντική προστασία στα πλαίσια της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Commission of the European Communities, 2001). Από την πλευρά των οικονομικών του περιβάλλοντος, το περιβάλλον και οι φυσικοί πόροι τους οποίους αυτό περιλαμβάνει μπορεί να θεωρηθούν ως απόθεμα φυσικού κεφαλαίου. Το απόθεμα αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να αποσπασθεί.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1997, θεσπίστηκε το Πρωτόκολλο του Κυότο. Το πρωτόκολλο του Κυότο που διαδέχεται τη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές είναι μία από τις σημαντικότερες διεθνείς νομοθετικές πράξεις καταπολέμησης των κλιματικών μεταβολών. Περιλαμβάνει τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι εκβιομηχανισμένες χώρες για τον περιορισμό των οικείων εκπομπών ορισμένων αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, υπεύθυνων για τη θέρμανση του πλανήτη. Οι συνολικές εκπομπές των ανεπτυγμένων χωρών πρέπει να μειωθούν τουλάχιστον κατά 5% την περίοδο 2008-2012 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.

To 2002 πραγματοποιήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής η Παγκόσμια Σύνοδος Κορυφής για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη. Ο στόχος ήταν και πάλι να βρεθεί μία πρακτική φόρμουλα προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης, που δεν θα απειλεί την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη. Η ατζέντα των θεμάτων περιλάμβανε θέματα όπως η εξάπλωση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, η προστασία της υγείας από τοξικές ουσίες και η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, η αποτροπή της υποβάθμισης των αγροτικών γαιών και της περαιτέρω καταστροφής των τροπικών δασών, των κοραλλιογενών υφάλων και των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Η αειφόρος ανάπτυξη – ή βιώσιμη ανάπτυξη – μπορεί να περιγραφεί σαν μία θεωρία «επανενσωμάτωσης του ανθρώπου στη φύση» και ακολουθεί έναν αιώνα όπου επικράτησε η αντίληψη ότι η οικονομική πρόοδος επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την έντονη βιομηχανοποίηση, το εμπόριο και την αστικοποίηση. Αντιλαμβάνεται τις φυσικές πρώτες ύλες – συμπεριλαμβανομένου και του συστήματος διατήρησης ζωής του πλανήτη – σαν σημαντικά κεφάλαια, των οποίων η ποσότητα και παραγωγικότητα πρέπει να διατηρηθούν ως θεμελιώδης συνθήκη για την ανθρώπινη πρόοδο και ανάπτυξη. Με δεδομένα τα οικολογικά προβλήματα που η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει ήδη προκαλέσει στα γήινα οικοσυστήματα, η τεχνολογία καλείται πλέον σήμερα όχι να οδηγήσει στην εντατική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, αλλά στην περιβαλλοντική βελτίωση μέσα από «καθαρότερες» παραγωγικές διαδικασίες, καθώς και «καθαρότερη» κατανάλωση από τον τελικό χρήστη των παραγόμενων από αυτές προϊόντων.
37.975336
23.736150
Like this:
Be the first to like this post.